πύωση
•
- ιατρικήπυόρροια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πύωση < ελληνιστική κοινή πύωσις
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
πύωση < ελληνιστική κοινή πύωσις
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →