πώχουν
•
- που έχουν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πώχουν < απόδοση της παλιότερης μορφής πὤχουν κατά τη μεταγραφή της στο μονοτονικό, αποτέλεσμα κράσης του αναφορικού που με το ρήμα ἔχω· η γραφή με ω κατ' αναλογία προς αντίστοιχους σχηματισμούς της αρχαίας ελληνικής, πχ καί ὅσοι > χὥσοι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →