Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πώχουν

ρήμα
•
  1. που έχουν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πώχουν < απόδοση της παλιότερης μορφής πὤχουν κατά τη μεταγραφή της στο μονοτονικό, αποτέλεσμα κράσης του αναφορικού που με το ρήμα ἔχω· η γραφή με ω κατ' αναλογία προς αντίστοιχους σχηματισμούς της αρχαίας ελληνικής, πχ καί ὅσοι > χὥσοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →