ράθυμα
•
- με ραθυμία, με ράθυμο, αργό τρόπο Βικιλεξικό
- κι ὅταν ἀργὰ καὶ ράθυμα στὰ μάτια τοὺς κοιτάζει, / θαρρεῖς ἕναν παράξενο πὼς φέρνει πυρετό.
Ετυμολογία
ράθυμα < ράθυμ(ος) + -α
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ράθυμα < ράθυμ(ος) + -α
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →