ράμπα
•
- κεκλιμένο επίπεδο, διάδρομος με κλίση Βικιλεξικό
- Είναι ένας λόφος χιονισμένος, με ένα άνοιγμα στο πλάϊ του. Μια μεγάλη ράμπα, με ήπια κατηφορική κλίση, οδηγεί στο εσωτερικό του. Η ράμπα είναι καθαρή και άνετη, ώστε και οι πιο ηλικιωμένοι να μπορούν να την κατέβουν. (Τάσος Παπαναστασίου, Η σιωπή δεν σε κρατά ζωντανό, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)
- (καθαρεύουσα) Πάνω στὸ προσκήνιο ὁδηγοῦσαν δύο ράμπες μιὰ ἀπὸ ἀριστερὰ καὶ μιὰ ἀπὸ δεξιά, καθὼς καὶ μιὰ τουλάχιστον πόρτα ἀπὸ τὸν ψηλότερο τοῖχο τῆς κυρίως σκηνῆς. Κάτω ἀπὸ τὶς ράμπες, δεξιὰ κι ̓ ἀριστερά, ὑπῆρχε ἀπὸ ἕνα μικρὸ δωμάτιο ποῦ ἀνοιγόταν μὲ πόρτα πρὸς τὰ ἐμπρός. (Νικόλαος Φαράκλας, Έπιδαυρία, Αθηναϊκό Κέντρο Οικιστικής, 1972)
Ετυμολογία
ράμπα < (άμεσο δάνειο) γαλλική rampe
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ράμπα | ράμπες |
| Γενική | ράμπας | ραμπών |
| Αιτιατική | ράμπα | ράμπες |
| Κλητική | ράμπα | ράμπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →