ράντζο
•
- κρεβάτι που μπορεί κάποιος να το διπλώσει για να το μετακινήσει εύκολα Βικιλεξικό
- ειδικότεραπτυσσόμενο κρεβάτι, με συγκεκριμένο σχεδιασμό, που έχει βάσεις από ξύλο και αρκετά ισχυρό πανί πάνω στο οποίο μπορεί κάποιος να ξαπλώσει Βικιλεξικό
- Συνώνυμα κρεβάτι εκστρατείας
- ειδικότερακάθε κρεβάτι σε νοσοκομείο που δεν βρίσκεται σε συγκεκριμένη θέση αλλά χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις αυξημένης έκτακτης εισαγωγής ασθενών και συνήθως τοποθετείται στους διαδρόμους Βικιλεξικό
- κτηνοτροφικό αγρόκτημα στις Η.Π.Α. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ράντζο < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ράντζο | ράντζα |
| Γενική | ράντζου | ράντζων |
| Αιτιατική | ράντζο | ράντζα |
| Κλητική | ράντζο | ράντζα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →