ράνω
•
- επιτείνει τη σημασία τού κάνω στην έκφραση «κάνω, ράνω»: κάνω όλες τις απαραίτητες ενέργειες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ράνω < κάνω (με επίδραση της υποτακτικής ράνω του ρήματος ραίνω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →