ράπα
•
- φυτότο φυτό ρέβα, το γογγύλι Βικιλεξικό
- ιδιωματικότο καλάμι των σιτηρών^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: ράπη (το μέρος εκείνο του σταχυού (το στέλεχος) που απομένει μετά το θερισμό)
- κρητικάη συνουσία (ιδίωμα της ανατολικής Κρήτης)^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
- ιδιωματικόθελκτική γυναίκα^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
- είναι καλή ράπα
Ετυμολογία
ράπα < Δείτε και γαλλική rave, λατινική rapa • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ράπα | ράπες |
| Γενική | ράπας | — |
| Αιτιατική | ράπα | ράπες |
| Κλητική | ράπα | ράπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →