ράσο
•
- ενδυμασίαμακρύς μαύρος χιτώνας που φορούν οι ιερείς Βικιλεξικό
- θρησκείαη ιδιότητα του ιερέα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ράσο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ράσον < λατινική rasum (ρούχο από τραχύ ύφασμα), αιτιατική του rasus (ξυσμένος, λειασμένος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ράσο | ράσα |
| Γενική | ράσου | ράσων |
| Αιτιατική | ράσο | ράσα |
| Κλητική | ράσο | ράσα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →