ρέβω
•
- για οικοδομέςκαταρρέω, ερειπώνομαι Βικιλεξικό
- για ανθρώπουςκουράζομαι πολύ, καταβάλλομαι, εξαντλούμαι σωματικά Βικιλεξικό
- […] ούτε για τη μητέρα, που ψοφάει η κακομοίρα στη δουλειά, ούτε για μένα, που ράβω και ρέβω δώδεκα ώρες την ημέρα, για μιάμισυ δραχμή...
Ετυμολογία
ρέβω < αρχαία ελληνική ῥέω → δείτε τη λέξη έρεψα. Η ορθογραφία συγχέεται συχνά με το ρήμα ρεύομαι (χωρίς ενεργητική φωνή) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Άλλοι τύποι
έρεψαρέψω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →