ρήγας
•
- ρήγισσα και ρήγαιναο βασιλιάς, ο ανώτατος άρχοντας Βικιλεξικό
- νάνι του ρήγα το παιδί, του βασιλιά τ' αγγόνι (παραδοσιακό νανούρισμα) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
- χαρτοπαίγνιοένα από τα τραπουλόχαρτα, το οποίο φέρει την εικόνα ενός βασιλιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρήγας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ρήγας :* για το τραπουλόχαρτο < σημασιολογικό δάνειο από την ιταλική re
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρήγας | ρηγάδες |
| Γενική | ρήγα | ρηγάδων |
| Αιτιατική | ρήγα | ρηγάδες |
| Κλητική | ρήγα | ρηγάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →