ρήτρα
•
- νομικός όροςόρος ή πρόβλεψη συμβολαίου, σύμβασης ή συμφωνίας, που συχνά έχει εγγυητικό χαρακτήρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρήτρα < αρχαία ελληνική ῥήτρα < εἴρω < πρωτοελληνική *wéřřō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *werh₁ (μιλώ) ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική clause)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρήτρα | ρήτρες |
| Γενική | ρήτρας | ρητρών |
| Αιτιατική | ρήτρα | ρήτρες |
| Κλητική | ρήτρα | ρήτρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →