ρίγος
•
- έντονο τρέμουλο ή ανατριχίλα που διαπερνά το σώμα εξαιτίας μεγάλης σωματικής έντασης (ως σύμπτωμα κούρασης) ή ψυχικής φόρτισης (ως εκδήλωση συγκίνησης ή οργής) ή μεγάλου ψύχους (ως σύμπτωμα πυρετού) Βικιλεξικό
- Η κίτρινη γρίπη θέριζε τον πληθυσμό. Θυμάμαι τον εαυτό μου μικρό παιδί να τρέμει από τα ρίγη του πυρετού και να κρύβεται φοβισμένο κάτω από τα ζεστά σκεπάσματα. (Γιώργος Μανιώτης, Σαράντα Κύματα, Ελληνικά Γράμματα, 2005, σελ. 18)
- μεταφορικάμεγάλη συγκίνηση Βικιλεξικό
- ρίγη ενθουσιασμού
Ετυμολογία
ρίγος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ῥῖγος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρίγος | ρίγη |
| Γενική | ρίγους | ριγών |
| Αιτιατική | ρίγος | ρίγη |
| Κλητική | ρίγος | ρίγη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →