ρίχνομαι
•
- πέφτω Βικιλεξικό
- επιτίθεμαι, κινούμαι με βία εναντίον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρίχνομαι < παθητική φωνή του ρήματος ρίχνω < αρχαία ελληνική ῥίπτω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ρίχνομαι | ρίχνεσαι | ρίχνεται | ριχνόμαστε | ρίχνεστε | ρίχνονται |
| Παρατατικός | ριχνόμουν / ριχνόμουνα | ριχνόσουν / ριχνόσουνα | ριχνόταν / ριχνότανε | ριχνόμασταν / ριχνόμαστε | ριχνόσασταν / ριχνόσαστε | ρίχνονταν / ριχνόντουσαν |
| Αόριστος | ρίχτηκα | ρίχτηκες | ρίχτηκε | ριχτήκαμε | ριχτήκατε | ρίχτηκαν / ριχτήκαν / ριχτήκανε |
| Μέλλοντας | θα ρίχνομαι / θα ριχτώ | θα ρίχνεσαι / θα ριχτείς | θα ρίχνεται / θα ριχτεί | θα ριχνόμαστε / θα ριχτούμε | θα ρίχνεστε / θα ριχτείτε | θα ρίχνονται / θα ριχτούν / θα ριχτούνε |
| Παρακείμενος | έχω ριχτεί | έχεις ριχτεί | έχει ριχτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ριχτεί | είχες ριχτεί | είχε ριχτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ριχτεί / να ρίχνομαι / να ριχτώ | να έχεις ριχτεί / να ρίχνεσαι / να ριχτείς | να έχει ριχτεί / να ρίχνεται / να ριχτεί | να ριχνόμαστε / να ριχτούμε | να ρίχνεστε / να ριχτείτε | να ρίχνονται / να ριχτούν / να ριχτούνε |
| Προστακτική | — | ρίξου / ρίχνου | — | — | ρίχνεστε / ριχτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →