ρίχνω άγκυρα
•
- ναυτικός όροςαγκυροβολώ Βικιλεξικό
- Λόγω της θαλασσοταραχής, το επιβατηγό αναγκάστηκε να ρίξει άγκυρα σε έναν απάνεμο κολπίσκο μέχρι να κοπάσει ο άνεμος.
- μεταφορικάμένω σε ένα σημείο για αρκετό διάστημα Βικιλεξικό
- Ο έμπειρος αμυντικός έριξε άγκυρα στην ομάδα, υπογράφοντας πολυετές συμβόλαιο που θα τον κρατήσει εκεί μέχρι το τέλος της καριέρας του.
Ετυμολογία
ρίχνω άγκυρα < → δείτε τις λέξεις ρίχνω και άγκυρα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →