ρίχτι
•
- λαϊκόη κάθετη επιφάνεια σε σκαλοπάτι ανάμεσα σε δύο πατήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρίχτι < Μορφολογικά αναλύεται σε αόριστο θέμα ρίχτ- του ρίχνομαι με ονομαστική κατάληξη -ι. Το ρίχνομαι εδώ στην σημασία «πέφτω», καθώς το ρίχτι θεωρείται το μέρος τού σκαλοπατιού που ρίχνεται, δηλαδή πέφτει προς τα κάτω. Παραβάλετε την αγγλική rise, riser (ρίχτι, μέρος τού σκαλοπατιού που ανεβαίνει προς τα πάνω) για την αντίθετη λογική.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρίχτι | ρίχτια |
| Γενική | ριχτιού | ριχτιών |
| Αιτιατική | ρίχτι | ρίχτια |
| Κλητική | ρίχτι | ρίχτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →