ραβασάκι
•
- η ερωτική επιστολή που στέλνει ο ερωτευμένος χωρίς να γίνει αντιληπτός από τρίτους Βικιλεξικό
- Τη Δευτέρα στο σχολείο η Λίνα προσπάθησε να μείνει όσο το δυνατόν πιο αδιάφορη στην... αγιοβαλεντίνικη ατμόσφαιρα που επικρατούσε ανάμεσα σε όλες σχεδόν τις συμμαθήτριές της. Ακόμη κι όταν η Ελένη έλαβε το πρώτο ραβασάκι στο κινητό της από το Μάρκο και της το έδειξε.
- Η Σοφία ένα πρωί βρίσκει κρυμμένο στο βιβλίο που μελετούσε στη βιβλιοθήκη ένα φλογερό ραβασάκι του να την προειδοποιεί: «Δεν μπορεί να με σταματήσει τίποτα πια. Είμαι το φύσημα του ανέμου που θα ορμά κάθε μέρα στη ζωή σου από δω και μπρος...».
- ειρωνικότο σημείωμα με δυσάρεστο για τον παραλήπτη περιεχόμενο Βικιλεξικό
- Αντʼ αυτού, μαζεύεις ραβασάκια από την Τροχαία. Η κλήση νούμερο 12 αναπαύεται φαρδιά πλατιά στο παρμπρίζ σου. ΟΚ, έχεις παρκάρει παράνομα. Δεν κλείνεις όμως κανέναν, ούτε και υπάρχει ψυχή αυτή την ώρα στον κωλόδρομο!
Ετυμολογία
ραβασάκι < μεσαιωνική ελληνική ραβάσ(ιν) (ξύλο για μέτρημα, για υπολογισμό) + -άκι < σλαβικής προέλευσης ravaš + -ιν. Δεν έχει σχέση με αρχαία ελληνική ραβάσσω (προκαλώ κρότο με τα πόδια).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ραβασάκι | ραβασάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | ραβασάκι | ραβασάκια |
| Κλητική | ραβασάκι | ραβασάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →