ραβδάκι
•
- μικρό ραβδί ή ομοίωμα ραβδιού Βικιλεξικό
- το ραβδί (χαϊδευτικά) Βικιλεξικό
- δεν υπάρχουν νεράιδες για να σε ακουμπήσουν με το μαγικό ραβδάκι τους και να σε μεταμορφώσουν σε πριγκίπισσα
Ετυμολογία
ραβδάκι < ραβδ(ί) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ραβδάκι | ραβδάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | ραβδάκι | ραβδάκια |
| Κλητική | ραβδάκι | ραβδάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →