ραβδίζω
•
- χτυπώ κάποιον με ένα ραβδί, συνήθως εφαρμόζοντας μια σωματική ποινή Βικιλεξικό
- χτυπώ τα κλαριά της ελιάς με ένα ραβδί, για να πέσει κάτω ο καρπός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ραβδίζω < αρχαία ελληνική ῥαβδίζω < ῥάβδος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ραβδίζω | ραβδίζεις | ραβδίζει | ραβδίζουμε | ραβδίζετε | ραβδίζουν / ραβδίζουνε |
| Παρατατικός | ράβδιζα | ράβδιζες | ράβδιζε | ραβδίζαμε | ραβδίζατε | ράβδιζαν / ραβδίζαν / ραβδίζανε |
| Αόριστος | ράβδισα | ράβδισες | ράβδισε | ραβδίσαμε | ραβδίσατε | ράβδισαν / ραβδίσαν / ραβδίσανε |
| Μέλλοντας | θα ραβδίζω / θα ραβδίσω | θα ραβδίζεις / θα ραβδίσεις | θα ραβδίζει / θα ραβδίσει | θα ραβδίζουμε / θα ραβδίσουμε | θα ραβδίζετε / θα ραβδίσετε | θα ραβδίζουν / θα ραβδίζουνε / θα ραβδίσουν / θα ραβδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ραβδίσει | έχεις ραβδίσει | έχει ραβδίσει | έχουμε ραβδίσει | έχετε ραβδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ραβδίσει | είχες ραβδίσει | είχε ραβδίσει | είχαμε ραβδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ραβδίσει / να ραβδίζω / να ραβδίσω | να έχεις ραβδίσει / να ραβδίζεις / να ραβδίσεις | να έχει ραβδίσει / να ραβδίζει / να ραβδίσει | να έχουμε ραβδίσει / να ραβδίζουμε / να ραβδίσουμε | να έχετε ραβδίσει / να ραβδίζετε / να ραβδίσετε | να ραβδίζουν / να ραβδίζουνε / να ραβδίσουν / να ραβδίσουνε |
| Προστακτική | — | ράβδιζε / ράβδισε | — | — | ραβδίζετε / ραβδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →