ραβδιστής
•
- γενικά, αυτός που ραβδίζει, κτυπάει με ραβδί Βικιλεξικό
- ειδικότερα, αυτός που επιχειρεί συγκομιδή καρπών με ραβδισμούς δένδρων, όπως π.χ. στο λιομάζωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ραβδιστής < ραβδίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ραβδιστής | ραβδιστές |
| Γενική | ραβδιστή | ραβδιστών |
| Αιτιατική | ραβδιστή | ραβδιστές |
| Κλητική | ραβδιστή | ραβδιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →