Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ραγίζω

ρήμα
•
  1. προκαλώ σχάση στην επιφάνεια εύθραυστου (ή και μη) αντικειμένου Βικιλεξικό
    • Τη βλέπω καλά την πέτρα, και το θαμάζω που δεν είναι ραγισμένη, δεν άλλαξε καθώς άλλαξαν όσοι κάθισαν εκεί απάνω, μήτε σηκώθηκε να φύγη καθώς εκείνοι.
    • ραγίζουν και οι πέτρες για τον 8χρονο που πνίγηκε στην Καλογριά
    • ράγισε το γυαλί
    • Μην κοπανάς, πάνω στο μάρμαρο, θα ραγίσει
  2. μεταφορικάπροκαλώ πόνο σε άνθρωπο, νιώθω πόνο Βικιλεξικό
    • μου ράγισε την καρδιά - ράγισε η καρδιά μου όταν άκουσα...
  3. μεταφορικάσπάω, τρέμω, διακόπτομαι (για τη φωνή) Βικιλεξικό
    • ράγισε η φωνή του καθώς ξεστομούσε τι είχε συμβεί στο παιδί
  4. μεταφορικάπροκαλώ ή παθαίνω ράγισμα, μικρή αλλά μοιραία βλάβη η οποία είναι βέβαιο ότι θα καταλήξει σε πλήρη διάλυση, σπάσιμο, ρήξη Βικιλεξικό
    • Ο γάμος τους ράγισε από τη μέρα που ...

Ετυμολογία

ραγίζω < αρχαία ελληνική ῥήγνυμι, μεταπλασμός από τη μεσαιωνική ελληνική ραγίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςραγίζωραγίζειςραγίζειραγίζουμεραγίζετεραγίζουν / ραγίζουνε
Παρατατικόςράγιζαράγιζεςράγιζεραγίζαμεραγίζατεράγιζαν / ραγίζαν / ραγίζανε
Αόριστοςράγισαράγισεςράγισεραγίσαμεραγίσατεράγισαν / ραγίσαν / ραγίσανε
Μέλλονταςθα ραγίζω / θα ραγίσωθα ραγίζεις / θα ραγίσειςθα ραγίζει / θα ραγίσειθα ραγίζουμε / θα ραγίσουμεθα ραγίζετε / θα ραγίσετεθα ραγίζουν / θα ραγίζουνε / θα ραγίσουν / θα ραγίσουνε
Παρακείμενοςέχω ραγίσειέχεις ραγίσειέχει ραγίσειέχουμε ραγίσειέχετε ραγίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ραγίσειείχες ραγίσειείχε ραγίσειείχαμε ραγίσει——
Υποτακτικήνα έχω ραγίσει / να ραγίζω / να ραγίσωνα έχεις ραγίσει / να ραγίζεις / να ραγίσειςνα έχει ραγίσει / να ραγίζει / να ραγίσεινα έχουμε ραγίσει / να ραγίζουμε / να ραγίσουμενα έχετε ραγίσει / να ραγίζετε / να ραγίσετενα ραγίζουν / να ραγίζουνε / να ραγίσουν / να ραγίσουνε
Προστακτική—ράγιζε / ράγισε——ραγίζετε / ραγίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →