Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ραγιαδισμός

/ɾa.ʝa.ðiˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. το να έχει κάποιος ραγιάδικη νοοτροπία, αποδέχεται την μοίρα του ραγιά και τη δουλεία Βικιλεξικό
    • Όπως συμβαίνει πάντοτε με τη φύτρα μας, αυτή είναι η φωτεινή όψη στην περίοδο της τουρκοκρατίας. Γιατί υπάρχει και η σκοτεινή - ο ραγιαδισμός, το βόλεμα και οι προσκυνημένοι στον κατακτητή (Κώστας Σκανδαλίδης, Οι Έλληνες, Τετράδια Πατριδογνωσίας, εκδ. Καστανιώτη, 2012)

Ετυμολογία

ραγιαδισμός < ραγιάδ(ες) + -ισμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήραγιαδισμόςραγιαδισμοί
Γενικήραγιαδισμούραγιαδισμών
Αιτιατικήραγιαδισμόραγιαδισμούς
Κλητικήραγιαδισμέραγιαδισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →