ραγιαδοπούλα
•
- γενικότεραχριστιανή κοπέλα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, χριστιανοπούλα Βικιλεξικό
- ειδικότεραελληνοπούλα κατά την περίδο της τουρκοκρατίας· κατ’ επέκταση ελληνοπούλα που βρίσκεται υπό ξενικό ζυγό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ραγιαδοπούλα < ραγιαδόπουλ(ο) + -α ή (ραγιάς) ραδγιάδ(ες) + υποκοριστικό επίθημα -οπούλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ραγιαδοπούλα | ραγιαδοπούλες |
| Γενική | ραγιαδοπούλας | — |
| Αιτιατική | ραγιαδοπούλα | ραγιαδοπούλες |
| Κλητική | ραγιαδοπούλα | ραγιαδοπούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →