ραγολογώ
•
- συλλέγω τα μικρά σταφύλια ή τσαμπιά από την κληματαριά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ραγολογώ < ελληνιστική κοινή ῥαγολογῶ συνηρημένη μορφή του ῥαγολογέω < ῥαγολόγος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ραγολογώ | ραγολογείς | ραγολογεί | ραγολογούμε | ραγολογείτε | ραγολογούν / ραγολογούνε |
| Παρατατικός | ραγολογούσα | ραγολογούσες | ραγολογούσε | ραγολογούσαμε | ραγολογούσατε | ραγολογούσαν / ραγολογούσανε |
| Αόριστος | ραγολόγησα | ραγολόγησες | ραγολόγησε | ραγολογήσαμε | ραγολογήσατε | ραγολογήσαν / ραγολογήσανε / ραγολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα ραγολογήσω / θα ραγολογώ | θα ραγολογήσεις / θα ραγολογείς | θα ραγολογήσει / θα ραγολογεί | θα ραγολογήσουμε / θα ραγολογούμε | θα ραγολογήσετε / θα ραγολογείτε | θα ραγολογήσουν / θα ραγολογήσουνε / θα ραγολογούν / θα ραγολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω ραγολογήσει | έχεις ραγολογήσει | έχει ραγολογήσει | έχουμε ραγολογήσει | έχετε ραγολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ραγολογήσει | είχες ραγολογήσει | είχε ραγολογήσει | είχαμε ραγολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ραγολογήσει / να ραγολογήσω / να ραγολογώ | να έχεις ραγολογήσει / να ραγολογήσεις / να ραγολογείς | να έχει ραγολογήσει / να ραγολογήσει / να ραγολογεί | να έχουμε ραγολογήσει / να ραγολογήσουμε / να ραγολογούμε | να έχετε ραγολογήσει / να ραγολογήσετε / να ραγολογείτε | να ραγολογήσουν / να ραγολογήσουνε / να ραγολογούν / να ραγολογούνε |
| Προστακτική | — | ραγολόγει / ραγολόγησε | — | — | ραγολογήστε / ραγολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →