ραδιαισθησία
•
- αποκρυφισμόςικανότητα ανίχνευσης ακτινοβολίας που εκπέμπεται από άνθρωπο, ζώο, αντικείμενο ή γεωγραφικό χαρακτηριστικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ραδιαισθησία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική radiesthésie < λατινική radius + αρχαία ελληνική αἴσθησις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ραδιαισθησία | ραδιαισθησίες |
| Γενική | ραδιαισθησίας | ραδιαισθησιών |
| Αιτιατική | ραδιαισθησία | ραδιαισθησίες |
| Κλητική | ραδιαισθησία | ραδιαισθησίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →