Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ραδιοαστρονομικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ραδιοαστρονομία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ραδιοαστρονομικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική radioastronomic < radioastronomy < λατινική radius + αρχαία ελληνική ἀστήρ + νέμω. Μορφολογικά αναλύεται σε ραδιοαστρονομ(ία) + -ικός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήραδιοαστρονομικόςραδιοαστρονομικήραδιοαστρονομικό
Γενικήραδιοαστρονομικούραδιοαστρονομικήςραδιοαστρονομικού
Αιτιατικήραδιοαστρονομικόραδιοαστρονομικήραδιοαστρονομικό
Κλητικήραδιοαστρονομικέραδιοαστρονομικήραδιοαστρονομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήραδιοαστρονομικοίραδιοαστρονομικέςραδιοαστρονομικά
Γενικήραδιοαστρονομικώνραδιοαστρονομικώνραδιοαστρονομικών
Αιτιατικήραδιοαστρονομικούςραδιοαστρονομικέςραδιοαστρονομικά
Κλητικήραδιοαστρονομικοίραδιοαστρονομικέςραδιοαστρονομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →