Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ραδιοεντοπισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. τεχνολογίαεντοπισμός που γίνεται με ηλεκτρονικά μέσα Βικιλεξικό
  2. τεχνολογίαεντοπισμός που γίνεται με πομποδέκτη ραδιοκυμάτων π.χ. ραντάρ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ραδιοεντοπισμός (νεολογισμός) < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική radiolocalisation ή την αγγλική radiolocation. Μορφολογικά αναλύεται σε ραδιο- + εντοπισμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήραδιοεντοπισμόςραδιοεντοπισμοί
Γενικήραδιοεντοπισμούραδιοεντοπισμών
Αιτιατικήραδιοεντοπισμόραδιοεντοπισμούς
Κλητικήραδιοεντοπισμέραδιοεντοπισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →