ραδιοευαισθησία
•
- ιατρικήη ευαισθησία ζώντων ιστών σε ιονίζουσα ή ραδιενεργό ακτινοβολία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ραδιοευαισθησία < ραδιο- + ευαισθησία ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική radiosensibilité )
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ραδιοευαισθησία | ραδιοευαισθησίες |
| Γενική | ραδιοευαισθησίας | ραδιοευαισθησιών |
| Αιτιατική | ραδιοευαισθησία | ραδιοευαισθησίες |
| Κλητική | ραδιοευαισθησία | ραδιοευαισθησίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →