Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ραδιοηλεκτρολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. τεχνολογία: ο σχετικός με ραδιοηλεκτρολογία Βικιλεξικό
  2. ο σχετικός με ραδιοηλεκτρολόγο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ραδιοηλεκτρολογικός < ραδιοηλεκτρολογία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήραδιοηλεκτρολογικόςραδιοηλεκτρολογικήραδιοηλεκτρολογικό
Γενικήραδιοηλεκτρολογικούραδιοηλεκτρολογικήςραδιοηλεκτρολογικού
Αιτιατικήραδιοηλεκτρολογικόραδιοηλεκτρολογικήραδιοηλεκτρολογικό
Κλητικήραδιοηλεκτρολογικέραδιοηλεκτρολογικήραδιοηλεκτρολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήραδιοηλεκτρολογικοίραδιοηλεκτρολογικέςραδιοηλεκτρολογικά
Γενικήραδιοηλεκτρολογικώνραδιοηλεκτρολογικώνραδιοηλεκτρολογικών
Αιτιατικήραδιοηλεκτρολογικούςραδιοηλεκτρολογικέςραδιοηλεκτρολογικά
Κλητικήραδιοηλεκτρολογικοίραδιοηλεκτρολογικέςραδιοηλεκτρολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →