ραδιοηλεκτρολογικός
•
- τεχνολογία: ο σχετικός με ραδιοηλεκτρολογία Βικιλεξικό
- ο σχετικός με ραδιοηλεκτρολόγο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ραδιοηλεκτρολογικός < ραδιοηλεκτρολογία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ραδιοηλεκτρολογικός | ραδιοηλεκτρολογική | ραδιοηλεκτρολογικό |
| Γενική | ραδιοηλεκτρολογικού | ραδιοηλεκτρολογικής | ραδιοηλεκτρολογικού |
| Αιτιατική | ραδιοηλεκτρολογικό | ραδιοηλεκτρολογική | ραδιοηλεκτρολογικό |
| Κλητική | ραδιοηλεκτρολογικέ | ραδιοηλεκτρολογική | ραδιοηλεκτρολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ραδιοηλεκτρολογικοί | ραδιοηλεκτρολογικές | ραδιοηλεκτρολογικά |
| Γενική | ραδιοηλεκτρολογικών | ραδιοηλεκτρολογικών | ραδιοηλεκτρολογικών |
| Αιτιατική | ραδιοηλεκτρολογικούς | ραδιοηλεκτρολογικές | ραδιοηλεκτρολογικά |
| Κλητική | ραδιοηλεκτρολογικοί | ραδιοηλεκτρολογικές | ραδιοηλεκτρολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →