ραδιολογικός
•
- σχετικός με την ραδιολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ραδιολογικός < ραδιολογ(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ραδιολογικός | ραδιολογική | ραδιολογικό |
| Γενική | ραδιολογικού | ραδιολογικής | ραδιολογικού |
| Αιτιατική | ραδιολογικό | ραδιολογική | ραδιολογικό |
| Κλητική | ραδιολογικέ | ραδιολογική | ραδιολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ραδιολογικοί | ραδιολογικές | ραδιολογικά |
| Γενική | ραδιολογικών | ραδιολογικών | ραδιολογικών |
| Αιτιατική | ραδιολογικούς | ραδιολογικές | ραδιολογικά |
| Κλητική | ραδιολογικοί | ραδιολογικές | ραδιολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →