Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ραδιολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την ραδιολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ραδιολογικός < ραδιολογ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήραδιολογικόςραδιολογικήραδιολογικό
Γενικήραδιολογικούραδιολογικήςραδιολογικού
Αιτιατικήραδιολογικόραδιολογικήραδιολογικό
Κλητικήραδιολογικέραδιολογικήραδιολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήραδιολογικοίραδιολογικέςραδιολογικά
Γενικήραδιολογικώνραδιολογικώνραδιολογικών
Αιτιατικήραδιολογικούςραδιολογικέςραδιολογικά
Κλητικήραδιολογικοίραδιολογικέςραδιολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →