Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ραδιομετεωρολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μετεωρολογία: ο σχετικός με ραδιομετεωρολογία Βικιλεξικό
  2. ο σχετικός με ραδιομετεωρολόγο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ραδιομετεωρολογικός < ραδιομετεωρολογία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήραδιομετεωρολογικόςραδιομετεωρολογικήραδιομετεωρολογικό
Γενικήραδιομετεωρολογικούραδιομετεωρολογικήςραδιομετεωρολογικού
Αιτιατικήραδιομετεωρολογικόραδιομετεωρολογικήραδιομετεωρολογικό
Κλητικήραδιομετεωρολογικέραδιομετεωρολογικήραδιομετεωρολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήραδιομετεωρολογικοίραδιομετεωρολογικέςραδιομετεωρολογικά
Γενικήραδιομετεωρολογικώνραδιομετεωρολογικώνραδιομετεωρολογικών
Αιτιατικήραδιομετεωρολογικούςραδιομετεωρολογικέςραδιομετεωρολογικά
Κλητικήραδιομετεωρολογικοίραδιομετεωρολογικέςραδιομετεωρολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →