ραδιομετεωρολογικός
•
- μετεωρολογία: ο σχετικός με ραδιομετεωρολογία Βικιλεξικό
- ο σχετικός με ραδιομετεωρολόγο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ραδιομετεωρολογικός < ραδιομετεωρολογία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ραδιομετεωρολογικός | ραδιομετεωρολογική | ραδιομετεωρολογικό |
| Γενική | ραδιομετεωρολογικού | ραδιομετεωρολογικής | ραδιομετεωρολογικού |
| Αιτιατική | ραδιομετεωρολογικό | ραδιομετεωρολογική | ραδιομετεωρολογικό |
| Κλητική | ραδιομετεωρολογικέ | ραδιομετεωρολογική | ραδιομετεωρολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ραδιομετεωρολογικοί | ραδιομετεωρολογικές | ραδιομετεωρολογικά |
| Γενική | ραδιομετεωρολογικών | ραδιομετεωρολογικών | ραδιομετεωρολογικών |
| Αιτιατική | ραδιομετεωρολογικούς | ραδιομετεωρολογικές | ραδιομετεωρολογικά |
| Κλητική | ραδιομετεωρολογικοί | ραδιομετεωρολογικές | ραδιομετεωρολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →