Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ραδιοναυτιλιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη ραδιοναυτιλία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ραδιοναυτιλιακός < ραδιοναυτιλία + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήραδιοναυτιλιακόςραδιοναυτιλιακήραδιοναυτιλιακό
Γενικήραδιοναυτιλιακούραδιοναυτιλιακήςραδιοναυτιλιακού
Αιτιατικήραδιοναυτιλιακόραδιοναυτιλιακήραδιοναυτιλιακό
Κλητικήραδιοναυτιλιακέραδιοναυτιλιακήραδιοναυτιλιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήραδιοναυτιλιακοίραδιοναυτιλιακέςραδιοναυτιλιακά
Γενικήραδιοναυτιλιακώνραδιοναυτιλιακώνραδιοναυτιλιακών
Αιτιατικήραδιοναυτιλιακούςραδιοναυτιλιακέςραδιοναυτιλιακά
Κλητικήραδιοναυτιλιακοίραδιοναυτιλιακέςραδιοναυτιλιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →