ραδιοναυτιλιακός
•
- που έχει σχέση με τη ραδιοναυτιλία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ραδιοναυτιλιακός < ραδιοναυτιλία + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ραδιοναυτιλιακός | ραδιοναυτιλιακή | ραδιοναυτιλιακό |
| Γενική | ραδιοναυτιλιακού | ραδιοναυτιλιακής | ραδιοναυτιλιακού |
| Αιτιατική | ραδιοναυτιλιακό | ραδιοναυτιλιακή | ραδιοναυτιλιακό |
| Κλητική | ραδιοναυτιλιακέ | ραδιοναυτιλιακή | ραδιοναυτιλιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ραδιοναυτιλιακοί | ραδιοναυτιλιακές | ραδιοναυτιλιακά |
| Γενική | ραδιοναυτιλιακών | ραδιοναυτιλιακών | ραδιοναυτιλιακών |
| Αιτιατική | ραδιοναυτιλιακούς | ραδιοναυτιλιακές | ραδιοναυτιλιακά |
| Κλητική | ραδιοναυτιλιακοί | ραδιοναυτιλιακές | ραδιοναυτιλιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →