Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ραδιοπειρατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. τεχνολογία: ο σχετικός με ραδιοπειρατεία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ραδιοπειρατικός < ραδιοπειρατεία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήραδιοπειρατικόςραδιοπειρατικήραδιοπειρατικό
Γενικήραδιοπειρατικούραδιοπειρατικήςραδιοπειρατικού
Αιτιατικήραδιοπειρατικόραδιοπειρατικήραδιοπειρατικό
Κλητικήραδιοπειρατικέραδιοπειρατικήραδιοπειρατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήραδιοπειρατικοίραδιοπειρατικέςραδιοπειρατικά
Γενικήραδιοπειρατικώνραδιοπειρατικώνραδιοπειρατικών
Αιτιατικήραδιοπειρατικούςραδιοπειρατικέςραδιοπειρατικά
Κλητικήραδιοπειρατικοίραδιοπειρατικέςραδιοπειρατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →