ραδιοπυρηνικός
•
- νεολογισμόςπου έχει σχέση με ραδιενεργούς ή πυρηνικούς παράγοντες ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ραδιοπυρηνικός < ραδιενέργεια + -ο- + πυρηνικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ραδιοπυρηνικός | ραδιοπυρηνική | ραδιοπυρηνικό |
| Γενική | ραδιοπυρηνικού | ραδιοπυρηνικής | ραδιοπυρηνικού |
| Αιτιατική | ραδιοπυρηνικό | ραδιοπυρηνική | ραδιοπυρηνικό |
| Κλητική | ραδιοπυρηνικέ | ραδιοπυρηνική | ραδιοπυρηνικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ραδιοπυρηνικοί | ραδιοπυρηνικές | ραδιοπυρηνικά |
| Γενική | ραδιοπυρηνικών | ραδιοπυρηνικών | ραδιοπυρηνικών |
| Αιτιατική | ραδιοπυρηνικούς | ραδιοπυρηνικές | ραδιοπυρηνικά |
| Κλητική | ραδιοπυρηνικοί | ραδιοπυρηνικές | ραδιοπυρηνικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →