Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ραδιοπυρηνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςπου έχει σχέση με ραδιενεργούς ή πυρηνικούς παράγοντες ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ραδιοπυρηνικός < ραδιενέργεια + -ο- + πυρηνικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήραδιοπυρηνικόςραδιοπυρηνικήραδιοπυρηνικό
Γενικήραδιοπυρηνικούραδιοπυρηνικήςραδιοπυρηνικού
Αιτιατικήραδιοπυρηνικόραδιοπυρηνικήραδιοπυρηνικό
Κλητικήραδιοπυρηνικέραδιοπυρηνικήραδιοπυρηνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήραδιοπυρηνικοίραδιοπυρηνικέςραδιοπυρηνικά
Γενικήραδιοπυρηνικώνραδιοπυρηνικώνραδιοπυρηνικών
Αιτιατικήραδιοπυρηνικούςραδιοπυρηνικέςραδιοπυρηνικά
Κλητικήραδιοπυρηνικοίραδιοπυρηνικέςραδιοπυρηνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →