ραδιοσταθμός
•
- ο οργανισμός με το σύνολο των εγκαταστάσεών του που εκπέμπει ραδιοφωνικές εκπομπές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ραδιοσταθμός < ράδιο + σταθμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ραδιοσταθμός | ραδιοσταθμοί |
| Γενική | ραδιοσταθμού | ραδιοσταθμών |
| Αιτιατική | ραδιοσταθμό | ραδιοσταθμούς |
| Κλητική | ραδιοσταθμέ | ραδιοσταθμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →