Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ραδιοφωταύγεια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φωταύγεια που προκαλείται από την έκθεση ενός σώματος σε ιοντίζουσα ακτινοβολία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ραδιοφωταύγεια < ραδιο- + φωταύγεια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήραδιοφωταύγειαραδιοφωταύγειες
Γενικήραδιοφωταύγειαςραδιοφωταυγειών
Αιτιατικήραδιοφωταύγειαραδιοφωταύγειες
Κλητικήραδιοφωταύγειαραδιοφωταύγειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →