Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρακένδυτος

/ɾaˈcen.ði.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι ντυμένος με ράκη (κουρέλια), ο κουρελής Βικιλεξικό
    • Ὁ κοπετὸς κι' ὁ μόχθος τοὺς ἔγινε συνήθεια,
    • παχαίνουν κοιλιόδουλοι,
    • καὶ σέρνουν ξεμαλλιάρα στοὺς δρόμους τὴν Ἀλήθεια
    • ρακένδυτοι Μπερτόδουλοι.
    • (Γεώργιος Σουρής, Ο Φασουλής φιλόσοφος, Μέρος Δ', τέλος 19ου - αρχές 20 αιώνα)

Ετυμολογία

ρακένδυτος < ράκος + ἐνδυτός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρακένδυτοςρακένδυτηρακένδυτο
Γενικήρακένδυτουρακένδυτηςρακένδυτου
Αιτιατικήρακένδυτορακένδυτηρακένδυτο
Κλητικήρακένδυτερακένδυτηρακένδυτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρακένδυτοιρακένδυτεςρακένδυτα
Γενικήρακένδυτωνρακένδυτωνρακένδυτων
Αιτιατικήρακένδυτουςρακένδυτεςρακένδυτα
Κλητικήρακένδυτοιρακένδυτεςρακένδυτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →