ρακέτα
•
- αθλητισμόςαντικείμενο με επίπεδη επιφάνεια, είτε συμπαγής είτε με πλέγμα, σε ωοειδές σχήμα με χειρολαβή για χτύπημα μικρής μπάλας (μπαλάκι), που χρησιμοποιείται σε διάφορα αθλήματα, καθώς και σε δραστηριότητες αναψυχής Βικιλεξικό
- 20ός/21ος αιώνας ⌘ Ιωάννα Καρυστιάνη, 1952‑ Το φαράγγι, εκδόσεις: Καστανιώτη, Αθήνα 2015, ISBN 9789600359398, @google.gr/books
Ετυμολογία
ρακέτα < (άμεσο δάνειο) ιταλική racchetta
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρακέτα | ρακέτες |
| Γενική | ρακέτας | ρακετών |
| Αιτιατική | ρακέτα | ρακέτες |
| Κλητική | ρακέτα | ρακέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →