ρακαριό
•
- ιδιωματικόκαζάνι της ρακής ή οίκημα στο οποίο αποστάζεται ρακή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρακαριό < ρακ(ή) + -αριό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρακαριό | ρακαριά |
| Γενική | ρακαριού | ρακαριών |
| Αιτιατική | ρακαριό | ρακαριά |
| Κλητική | ρακαριό | ρακαριά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →