ρακιτζοκάζανο
•
- το καζάνι που χρησιμοποιείται στο ρακιτζό ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρακιτζοκάζανο < ρακιτζ(ό) + -ο- + καζάν(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρακιτζοκάζανο | ρακιτζοκάζανα |
| Γενική | ρακιτζοκάζανου | ρακιτζοκάζανων |
| Αιτιατική | ρακιτζοκάζανο | ρακιτζοκάζανα |
| Κλητική | ρακιτζοκάζανο | ρακιτζοκάζανα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →