Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρακοπίνω

/ɾa.koˈpi.no/ρήμα
•
  1. λαϊκότροποπίνω ρακί Βικιλεξικό
    • Το βράδι καθόταν με την παρέα του και ρακοπίναν στον καφενέ του Κατραμάδου […] (Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε)

Ετυμολογία

ρακοπίνω < ρακ(ί) ή ρακ(ή) + -ο- + πίνω

Άλλοι τύποι

ρακόπινα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →