ρακοπότι
•
- ιδιωματικότο να πίνει κάποιος ρακή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρακοπότι < ρακοπότης + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρακοπότι | ρακοπότια |
| Γενική | ρακοποτιού | ρακοποτιών |
| Αιτιατική | ρακοπότι | ρακοπότια |
| Κλητική | ρακοπότι | ρακοπότια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →