ρακοπώλης
•
- επάγγελμααυτός που πουλά ράκη (κουρέλια) Βικιλεξικό
- επάγγελμααυτός που πουλά ρακή / ρακί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρακοπώλης < ράκος + -ο- + -πώλης # ρακοπώλης < ρακή + -ο- + -πώλης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρακοπώλης | ρακοπώλες |
| Γενική | ρακοπώλη | ρακοπωλών |
| Αιτιατική | ρακοπώλη | ρακοπώλες |
| Κλητική | ρακοπώλη | ρακοπώλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →