ρακοσυλλέκτρια
•
- επάγγελμαθηλυκό του ρακοσυλλέκτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρακοσυλλέκτρια < ρακοσυλλέκτης + -τρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρακοσυλλέκτρια | ρακοσυλλέκτριες |
| Γενική | ρακοσυλλέκτριας | ρακοσυλλεκτριών |
| Αιτιατική | ρακοσυλλέκτρια | ρακοσυλλέκτριες |
| Κλητική | ρακοσυλλέκτρια | ρακοσυλλέκτριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →