ρακόμελη
•
- ποτό κυκλαδίτικων νησιών και της Κρήτης, που παρασκευάζεται με ψήσιμο ρακής και ζάχαρης ή μελιού σε διάφορες παραλλαγές, με προσθήκη μπαχαρικών ή βοτάνων ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
- να ψήνω τη ρακόμελη όνταν θα πέφτει χιόνι | να πίνω και να τραουδώ μαζί με τσι γειτόνοι (στίχος νησιώτικου τραγουδιού)
Ετυμολογία
ρακόμελη < ρακ(ή) + -ό- + μέλι + -η
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρακόμελη | ρακόμελες |
| Γενική | ρακόμελης | ρακόμελων |
| Αιτιατική | ρακόμελη | ρακόμελες |
| Κλητική | ρακόμελη | ρακόμελες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →