ραμαζάνι
•
- ισλαμισμόςη ονομασία του ένατου μήνα του μουσουλμανικού έτους, σημαντική θρησκευτική περίοδος, με νηστεία για όσο υπάρχει ήλιος στον ουρανό που ακολουθείται από δείπνο, το ιφτάρ, όταν πέσει ο ήλιος Βικιλεξικό
- Τα μικρομάγαζα είχαν κατεβάσει τα ρολά τους για το Ιφτάρ, το πρώτο γεύμα του Ραμαζανιού μετά τη δύση του ηλίου (Πέρσα Κουμούτση, Αλεξανδρινές φωνές στην οδό Λέψιους, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)
- Βρήκαμε ένα φούρνο που έψηνε τις παραδοσιακές πίτες που όσοι τηρούν τη νηστεία του Ραμαζανιού τρώνε στο ιφτάρ, το γεύμα που παίρνεται στο σούρουπο, μόλις η νηστεία λάβει τέλος. (Αλέξανδρος Μασσαβέτας, Κωνσταντινούπολη. Η πόλη των απόντων, εκδ. Πατάκης, 2016)
Ετυμολογία
ραμαζάνι < (άμεσο δάνειο) τουρκική ramazan < οθωμανική τουρκική رمضان (ramazân) < αραβική رمضان (ramaḍān)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ραμαζάνι | ραμαζάνια |
| Γενική | ραμαζανιού | ραμαζανιών |
| Αιτιατική | ραμαζάνι | ραμαζάνια |
| Κλητική | ραμαζάνι | ραμαζάνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →