ραμολίρω
•
- γίνομαι ραμολί Βικιλεξικό
- Μπορεί να ραμολίρεις και να σπαταλήσεις την περιουσία σου με τσούλες ή σ' ανόητες επιχειρήσεις.
Ετυμολογία
ραμολίρω < ιταλική ramollire
Άλλοι τύποι
ραμολίρισα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →