ραμφίζω
•
- χτυπώ κάτι/κάποιον με το ράμφος μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ραμφίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ραμφίζω | ραμφίζεις | ραμφίζει | ραμφίζουμε | ραμφίζετε | ραμφίζουν / ραμφίζουνε |
| Παρατατικός | ράμφιζα | ράμφιζες | ράμφιζε | ραμφίζαμε | ραμφίζατε | ράμφιζαν / ραμφίζαν / ραμφίζανε |
| Αόριστος | ράμφισα | ράμφισες | ράμφισε | ραμφίσαμε | ραμφίσατε | ράμφισαν / ραμφίσαν / ραμφίσανε |
| Μέλλοντας | θα ραμφίζω / θα ραμφίσω | θα ραμφίζεις / θα ραμφίσεις | θα ραμφίζει / θα ραμφίσει | θα ραμφίζουμε / θα ραμφίσουμε | θα ραμφίζετε / θα ραμφίσετε | θα ραμφίζουν / θα ραμφίζουνε / θα ραμφίσουν / θα ραμφίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ραμφίσει | έχεις ραμφίσει | έχει ραμφίσει | έχουμε ραμφίσει | έχετε ραμφίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ραμφίσει | είχες ραμφίσει | είχε ραμφίσει | είχαμε ραμφίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ραμφίσει / να ραμφίζω / να ραμφίσω | να έχεις ραμφίσει / να ραμφίζεις / να ραμφίσεις | να έχει ραμφίσει / να ραμφίζει / να ραμφίσει | να έχουμε ραμφίσει / να ραμφίζουμε / να ραμφίσουμε | να έχετε ραμφίσει / να ραμφίζετε / να ραμφίσετε | να ραμφίζουν / να ραμφίζουνε / να ραμφίσουν / να ραμφίσουνε |
| Προστακτική | — | ράμφιζε / ράμφισε | — | — | ραμφίζετε / ραμφίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →