ραμφισμός
•
- τσιμπολογώ με ράμφος Βικιλεξικό
- μεταφορικάκεντρίζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπικαλούμαι ιδέες του Στέλιου Ράμφου, υπερασπίζομαι παρωχημένες απόψεις ανασυνδιάζοντάς τες και ερμηνεύοντάς τες υποκειμενικά, στρεβλώνοντας τα πηγαία κείμενα που επικαλούμαι, ηθικολογικός νεοχριστιανισμός, συμβιβάζομαι με ιδέες του χθες - εξωραΐζοντάς τες επιφανειακά ή τεχνηέντως Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ραμφισμός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ραμφισμός | ραμφισμοί |
| Γενική | ραμφισμού | ραμφισμών |
| Αιτιατική | ραμφισμό | ραμφισμούς |
| Κλητική | ραμφισμέ | ραμφισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →