Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ραμφισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. τσιμπολογώ με ράμφος Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάκεντρίζω Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάεπικαλούμαι ιδέες του Στέλιου Ράμφου, υπερασπίζομαι παρωχημένες απόψεις ανασυνδιάζοντάς τες και ερμηνεύοντάς τες υποκειμενικά, στρεβλώνοντας τα πηγαία κείμενα που επικαλούμαι, ηθικολογικός νεοχριστιανισμός, συμβιβάζομαι με ιδέες του χθες - εξωραΐζοντάς τες επιφανειακά ή τεχνηέντως Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ραμφισμός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήραμφισμόςραμφισμοί
Γενικήραμφισμούραμφισμών
Αιτιατικήραμφισμόραμφισμούς
Κλητικήραμφισμέραμφισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →