ραντεβουδάκι
•
- ερωτικό ραντεβού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ραντεβουδάκι < ραντεβ(ού) + υποκοριστικό επίθημα -ουδάκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ραντεβουδάκι | ραντεβουδάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | ραντεβουδάκι | ραντεβουδάκια |
| Κλητική | ραντεβουδάκι | ραντεβουδάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →