ραντιέρικος
•
- που έχει σχέση με ραντιέρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ραντιέρικος < ραντιέρης + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ραντιέρικος | ραντιέρικη | ραντιέρικο |
| Γενική | ραντιέρικου | ραντιέρικης | ραντιέρικου |
| Αιτιατική | ραντιέρικο | ραντιέρικη | ραντιέρικο |
| Κλητική | ραντιέρικε | ραντιέρικη | ραντιέρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ραντιέρικοι | ραντιέρικες | ραντιέρικα |
| Γενική | ραντιέρικων | ραντιέρικων | ραντιέρικων |
| Αιτιατική | ραντιέρικους | ραντιέρικες | ραντιέρικα |
| Κλητική | ραντιέρικοι | ραντιέρικες | ραντιέρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →